
«Πάμε στη μάχη»: Το τελευταίο γράμμα του δασκάλου Κώστα Τσίρκα πριν την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή
Η πρόσφατη δημοσιοποίηση των ιστορικών φωτογραφιών-ντοκουμέντων από τη θυσία των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, άνοιξε ξανά το βιβλίο της ιστορίας, φέροντας στο φως προσωπικές τραγωδίες που συγκλονίζουν. Ανάμεσα στα πρόσωπα που οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα από τους Ναζί, ξεχωρίζει η μορφή του δασκάλου Κώστα Τσίρκα.
Η τραγική αποκάλυψη μέσα από μια κουβέρτα
Για τη σύζυγο του Κώστα Τσίρκα, η ελπίδα έσβησε με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Η επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπός της βρισκόταν ανάμεσα στους 200 εκτελεσμένους δεν ήρθε από κάποια επίσημη λίστα, αλλά από ένα προσωπικό αντικείμενο. Σε μια αποθήκη όπου φυλάσσονταν τα ρούχα των μελλοθάνατων, η γυναίκα του αναγνώρισε την κουβέρτα που η ίδια του είχε δώσει για να ζεσταίνεται στις φυλακές.
Τα τελευταία κειμήλια ενός ήρωα
Μέσα στις πτυχές της κουβέρτας βρέθηκε τυλιγμένο το σακάκι που φορούσε ο δάσκαλος την ημέρα της εκτέλεσης. Στις τσέπες του, ο Κώστας Τσίρκας είχε φυλάξει ως πολύτιμο θησαυρό τις φωτογραφίες της γυναίκας και των παιδιών του, μαζί με ένα λιτό αλλά συγκλονιστικό σημείωμα.
Το τελευταίο γράμμα του Τσίρκα έγραφε: «Πρωτομαγιά. Γειά σας όλοι. Πάμε στη μάχη. Κώστας Τσίρκας».
Ακολουθεί η ιστορία του Κώστα Τσίρκα:
«Ο δάσκαλος Κώστας Τσίρκας ήταν ένας από τους προπολεμικούς κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους. Γεννήθηκε το 1906 στα Πράμαντα της Ηπείρου. Ήταν δάσκαλος. Το 1930 μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί οργανώθηκε στο ΚΚΕ. Την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά ανέπτυξε ιδιαίτερη συνδικαλιστική δράση. Ήταν πρόεδρος του συλλόγου δασκάλων «Αναγέννησις», συντάκτης της ομώνυμης εφημερίδας και συμμετείχε στο Αντιδικτατορικό Μέτωπο Μακεδονίας. Πιάστηκε από χωροφύλακες της Ειδικής Ασφάλειας στις 6 Μαΐου 1938 και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστών της Ακροναυπλίας.
Μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, ο Τσίρκας και οι συγκρατούμενοί του παραδόθηκαν στους κατακτητές. Η παράδοση έγινε από τον διοικητή της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Πελοποννήσου και τον Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας κατόπιν εντολής του Υφυπουργού Δημόσιας Ασφάλειας Κωνσταντίνου Μανιαδάκη. Τον Σεπτέμβριο του 1942 ο Τσίρκας μεταφέρθηκε, με άλλους κομμουνιστές κρατούμενους, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα και στις 3 Σεπτεμβρίου 1943 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου.
Ο Τσίρκας είχε την τύχη εκατοντάδων άλλων κομμουνιστών, πολιτικών κρατουμένων από την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Χωρίς να έχουν διαπράξει κανένα αδίκημα κατά των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ήταν εκτοπισμένοι ή φυλακισμένοι, οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αυτοί οι άνθρωποι εκτελέστηκαν αποκλειστικά και μόνο λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Επειδή ήταν κομμουνιστές. Ο Κώστας Τσίρκας εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 1944 στην ομαδική εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Μέρες μετά την εκτέλεση, κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα, η σύζυγός του, που ζούσε στην Θεσσαλονίκη. Η Κατίνα Τσίρκα αναζητούσε στοιχεία για τη τύχη του Κώστα, καθώς δεν είχαν ανακοινωθεί τα ονόματα των εκτελεσμένων. Πάντα υπήρχε η ελπίδα. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι τους 100 τους εκτέλεσαν και τους άλλους 100 τους έστειλαν στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία. Ότι πολλοί δραπέτευσαν από τα φορτηγά που τους μετέφεραν στο Σκοπευτήριο και κρύβονταν σε διάφορα σπίτια. Η Κατίνα θυμόταν: «η αγωνία όλων μας ήταν μεγάλη και ο πόνος αβάστακτος. Έπρεπε να μάθουμε τι ακριβώς έγινε. Θέλαμε όλοι μας να ξέρουμε, αν όντως σώθηκε κάποιος, που θα μπορούσε να μας πληροφορούσε κάτι θετικό».
Η Κατίνα είχε δώσει στον Κώστα την κουβέρτα με την οποία την σκέπαζαν οι γονείς της όταν ήταν μικρή. Ήθελε να έχει κάτι δικό της στη φυλακή. Ο Κώστας της είχε υποσχεθεί ότι θα την έχει πάντα μαζί του. Αυτή η κουβέρτα διέλυσε και τις τελευταίες ελπίδες που είχε: Κάποια μέρα πληροφορηθήκαμε ότι σε μια αποθήκη της Αρχιεπισκοπής Αθηνών στην οδό Φιλοθέης, υπήρχαν ρούχα εκτελεσμένων. Ψάχνοντας με προσοχή κι ευλάβεια όλα αυτά τα ιερά απομεινάρια, βρήκα την κουβέρτα. Μέσα στην κουβέρτα αυτή ήταν προσεκτικά τυλιγμένο το σακάκι του, που φορούσε πριν απ’ την εκτέλεση. Στη μέσα τσέπη του σακακιού ήταν με φροντίδα τοποθετημένα, το τελευταίο του γράμμα, το γεμάτο κουράγιο, αγάπη και στοργή, φωτογραφίες του παιδιού και δικές μου».
Πηγή