
Έφυγε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας η όμορφη ηθοποιός που έτρεμε η Αλίκη Βουγιουκλάκη
Η Νίκη Λινάρδου αποτέλεσε μία από τις χαρακτηριστικές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου, με έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα και μια ζωή που συνδύασε επιτυχίες, προσωπικές επιλογές και έντονες σχέσεις. Η πορεία της αποτυπώνει τόσο την ακμή της καριέρας της όσο και τις πιο ιδιωτικές πτυχές της ζωής της.

Η πορεία και η καθιέρωση στον κινηματογράφο
Η Νίκη Λινάρδου, που έφυγε από τη ζωή στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, διακρίθηκε ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, κερδίζοντας την αναγνώριση του κοινού. Για πολλούς, η εξωτερική της εμφάνιση παρέπεμπε στη Αλίκη Βουγιουκλάκη, γεγονός που ενίσχυσε τη δημόσια εικόνα της ως σωσίας της δημοφιλούς πρωταγωνίστριας. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ανδρονίκη Κούλα, ενώ στα πρώτα της βήματα εμφανίστηκε με το καλλιτεχνικό όνομα Μπέμπα Κούλα.

Ξεκίνησε την επαγγελματική της διαδρομή ως χορεύτρια και στη συνέχεια στράφηκε στην υποκριτική, αρχικά στο θέατρο και κατόπιν στον κινηματογράφο. Η γνωριμία της με τον Αλέκο Σακελλάριο υπήρξε καθοριστική, καθώς εκείνος την ενθάρρυνε να εγκαταλείψει το μουσικό θέατρο και να επικεντρωθεί στον κινηματογράφο. Από το 1956 έως το 1968, συμμετείχε σε περισσότερες από 25 ταινίες, με εμφανίσεις σε έργα όπως Ο Ηλίας του 16ου, Το Ξύλο Βγήκε Απο Τον Παράδεισο, Θα σε κάνω Βασίλισσα, Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες και Τα Κίτρινα Γάντια. Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο ρόλος της στην ταινία Υπάρχει και Φιλότιμο, όπου ενσάρκωσε την κόρη του Μαυρογιαλούρου, τον οποίο υποδύθηκε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας.

Προσωπική ζωή, γάμοι και επαγγελματικές επιλογές
Η προσωπική ζωή της Νίκη Λινάρδου συνδέθηκε στενά με τον Αλέκο Σακελλάριο, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1969. Η σχέση τους ξεκίνησε μέσα από τη συνεργασία τους στην επιθεώρηση Όσα παίρνει ο άνεμος και εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν έντονο δεσμό. Παρά τις αρχικές προσδοκίες για μια μακροχρόνια κοινή πορεία, ο γάμος τους ολοκληρώθηκε έπειτα από δέκα χρόνια.

Η ίδια ακολούθησε τις επαγγελματικές κατευθύνσεις που της πρότεινε ο σύζυγός της, εγκαταλείποντας το μουσικό θέατρο και αφοσιωνόμενη στον κινηματογράφο. Ωστόσο, εξέφρασε και προσωπικές επιφυλάξεις για επιλογές εκείνης της περιόδου, όπως προκύπτει από τη δήλωσή της: Όταν παντρεύτηκα τον Σακελλάριο και σταμάτησα το θέατρο, του είπε ο Τάκης Χορν: ‘‘Δώσε μου τη γυναίκα σου να παίξω μαζί της’’. Καιι εκείνος είπε ‘‘όχι’’. Μου έμεινε αυτό, γιατί με τον Τάκη ήμασταν οι καλύτεροι φίλοι και δεν παίξαμε ποτέ μαζί.

Μετά τον χωρισμό της, προχώρησε σε δεύτερο γάμο το 1980 με τον τηλεοπτικό παραγωγό και σκηνοθέτη Θάνο Χρυσοβέργη, με τον οποίο παρέμεινε μαζί για μία δεκαετία. Παράλληλα, ασχολήθηκε ενεργά με την παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα θεματολογίας, από μουσικές και παιδικές εκπομπές έως ντοκιμαντέρ.
Η σχέση με τη Βουγιουκλάκη και το τέλος της ζωής της
Η επαγγελματική της διαδρομή συνοδεύτηκε και από μια έντονη αντιζηλία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία φέρεται να εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο. Σύμφωνα με αναφορές, η ευνοϊκή αντιμετώπιση της Νίκη Λινάρδου από τον σκηνοθέτη δημιούργησε εντάσεις, οι οποίες τελικά εκτονώθηκαν με παρέμβαση του παραγωγού Φίνου. Η εικόνα της ως σωσίας της Βουγιουκλάκη ενισχύθηκε περαιτέρω, καθώς η κινηματογραφική της παρουσία βασίστηκε σε κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά και εκφραστικά στοιχεία.
Στα επόμενα χρόνια, η ηθοποιός περιόρισε σταδιακά τη συμμετοχή της στον κινηματογράφο, με τελευταίες εμφανίσεις σε έργα όπως Καλώς ήρθε το δολάριο (1967) και σε μεταγενέστερες παραγωγές. Το 2012, διαγνώστηκε με επιθετική μορφή καρκίνου και κατέληξε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε ηλικία 73 ετών, στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός.
Η κινηματογραφική της διαδρομή περιλαμβάνει πλήθος ταινιών, μεταξύ των οποίων Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο (1955), Η καφετζού (1956), Ο Ηλίας του 16ου (1959), Τα κίτρινα γάντια (1960), Θα σε κάνω βασίλισσα (1964) και Υπάρχει και φιλότιμο (1965), οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς για τον ελληνικό κινηματογράφο.
Πηγή