
Πέθανε 06:00 το πρωί η όμορφη ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου
Η Χαριτίνη Καρόλου, μία από τις πιο ιδιαίτερες παρουσίες του ελληνικού θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, έφυγε πρόσφατα από τη ζωή αθόρυβα, αφήνοντας πίσω της μια διαδρομή γεμάτη σημαντικές ερμηνείες. Η πορεία της συνδέθηκε με ρόλους που άφησαν έντονο αποτύπωμα, αλλά και με μια κομψή, δυναμική παρουσία που ξεχώρισε από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της.
Μια ηθοποιός με ξεχωριστή κινηματογραφική παρουσία
Η Χαριτίνη Καρόλου υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές γυναικείες μορφές του ελληνικού σινεμά των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Η παρουσία της στον φακό συνδύαζε κομψότητα, ένταση και μια ευρωπαϊκή αύρα που την έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στις ηθοποιούς της εποχής της.
Το κοινό τη γνώρισε μέσα από ταινίες που είχαν ιδιαίτερο ύφος και συχνά τολμηρή θεματολογία για τα δεδομένα της εποχής. Αν και διέθετε τα χαρακτηριστικά μιας ηθοποιού που θα μπορούσε να αναζητήσει καριέρα και στο εξωτερικό, η ίδια δεν ακολούθησε αυτή τη διαδρομή, παρά το γεγονός ότι, όπως είχε αναφέρει σε συνεντεύξεις της, υπήρξε σχετική πρόταση.

Η καλλιτεχνική της διαδρομή δεν περιορίστηκε στην εικόνα. Η Χαριτίνη Καρόλου διέθετε θεατρική παιδεία και υποκριτική βάση, στοιχεία που της επέτρεψαν να κινηθεί με άνεση ανάμεσα στο σινεμά, τη σκηνή και την τηλεόραση.
Οι σπουδές και τα πρώτα βήματα στο σινεμά
Η ηθοποιός είχε σπουδάσει κοντά στον Δημήτρη Ροντήρη, ενώ φοίτησε και στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών. Από νεαρή ηλικία ήρθε σε επαφή με το κλασικό ρεπερτόριο, παίζοντας σε έργα που απαιτούσαν υποκριτική ωριμότητα, μεταξύ αυτών και αρχαία τραγωδία.
Η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε το 1963, στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου Αδελφός Άννα, όπου εμφανίστηκε ως Χάρις Καρόλου, δίπλα στον Πέτρο Φυσσούν και την Ξένια Καλογεροπούλου. Την περίοδο εκείνη ήταν ακόμη μαθήτρια δραματικής σχολής, ωστόσο η παρουσία της έδειξε από νωρίς τις δυνατότητές της.
Το 1967 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό για την κινηματογραφική της παρουσία, καθώς συμμετείχε σε τρεις ταινίες. Ανάμεσά τους βρισκόταν και το γνωστό φιλμ του Νίκου Φώσκολου Οι Σφαίρες Δεν Γυρίζουν Πίσω, ένα από τα χαρακτηριστικά ελληνικά γουέστερν της εποχής.
Οι Ερασταί του Μεσαίου Τοίχου και οι απαιτητικοί ρόλοι
Την ίδια χρονιά, η Χαριτίνη Καρόλου πρωταγωνίστησε στην ταινία Οι Ερασταί του Μεσαίου Τοίχου, σε σκηνοθεσία των Στέλιου Τζάκσον και Νίκου Οικονόμου. Το σενάριο βασίστηκε στο βιβλίο Ο Μεσαίος Τοίχος του Παντελή Καλιότσου, το οποίο είχε ήδη προκαλέσει ενδιαφέρον στο αναγνωστικό κοινό της δεκαετίας του 1960.

Η ιστορία ακολουθεί έναν βασανισμένο συγγραφέα, τον οποίο υποδύεται ο Άγγελος Αντωνόπουλος, που αναζητά απομόνωση σε μια επαρχιακή κωμόπολη. Εκεί γνωρίζει τη γυναίκα του διπλανού σπιτιού, την οποία ενσάρκωσε η Χαριτίνη Καρόλου, και ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια έντονη και δραματική σχέση.
Ο ρόλος αυτός ανέδειξε την ικανότητά της να υπηρετεί σύνθετους χαρακτήρες, με ψυχολογικό βάθος και δυναμική παρουσία. Η ταινία παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικά δείγματα της πιο ανήσυχης πλευράς του ελληνικού κινηματογράφου εκείνης της περιόδου.
Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας και η θεατρική διαδρομή
Μία ακόμη ταινία που συνδέθηκε έντονα με τη μνήμη του κοινού ήταν Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας του 1972, σε σκηνοθεσία του Ελληνοαμερικανού Τζαν Κρίστιαν. Στην ταινία, η Χαριτίνη Καρόλου υποδύθηκε την Αγγέλα, μια σκληρή γυναίκα που κινείται ανάμεσα στον υπόκοσμο και την αστική κοινωνία, εκμεταλλευόμενη ευάλωτα πρόσωπα.
Η ταινία ξεχώρισε για το κοινωνικό της υπόβαθρο και για τη σκοτεινή αποτύπωση μιας πλευράς της εποχής. Στους τίτλους αρχής ακουγόταν το τραγούδι Είμαστε εμείς των Blue Birds, το οποίο έδινε στη νεανική διάσταση της ιστορίας ένα ιδιαίτερο ύφος.

Παράλληλα με τον κινηματογράφο, η ηθοποιός διατήρησε ενεργή παρουσία στο θέατρο. Το 1973 συμμετείχε στην κωμωδία Ο Αφελής του Δημήτρη Ψαθά, στο Θέατρον Απόλλων, με τον θίασο του Γιάννη Γκιωνάκη.
Τη σεζόν 1976-1977 έπαιξε στο κοινωνικό και φεμινιστικό έργο Ανάλαφρες τον Αύγουστο της Denise Bonal, σε σκηνοθεσία Κωστή Τσώνου και μουσική Μίμη Πλέσσα, στο Θέατρο Όρβο. Το έργο, που ασχολούνταν με τις σκέψεις επτά εγκύων γυναικών για το μέλλον των παιδιών τους, θεωρήθηκε τολμηρό για την εποχή του.
Η τηλεόραση, οι μεγάλες σκηνές και η τελευταία εμφάνιση
Η Χαριτίνη Καρόλου συνέχισε την πορεία της σε κωμωδίες, κομεντί και τηλεοπτικές παραγωγές, διατηρώντας πρωταγωνιστικούς ρόλους και έντονη καλλιτεχνική παρουσία.
Στην τηλεόραση εμφανίστηκε, μεταξύ άλλων, στο Θέατρο της Δευτέρας της ΕΡΤ, με το έργο Μια Όμορφη Κυριακή του Σεπτέμβρη του Ugo Betti. Ακολούθησαν παραστάσεις όπως Οι Ερωτιάρηδες το 1980, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Νικολαΐδη, στο Θέατρο Μετροπόλιταν, με τον θίασο Νίκου Ρίζου, Βάσου Αδριανού και Χαριτίνης Καρόλου.
Το 1984 συμμετείχε στην Πέπσι της Pierrette Bruno, σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη και μουσική Μίμη Πλέσσα, στο Θέατρο Μινώα, με τον θίασο της Ζωής Λάσκαρη. Την περίοδο 1984-1985 ακολούθησε το έργο Μη Λες Ψέμματα του Félicien Marceau, σε σκηνοθεσία Ντίνου Ηλιόπουλου.
Η τελευταία της σκηνική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 2023, στο έργο Το Μπαλκόνι του Jean Genet, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού, στο Studio Κυψέλης.
Η Χαριτίνη Καρόλου έφυγε αθόρυβα, όπως αθόρυβα κινήθηκε και στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Η καλλιτεχνική της διαδρομή, όμως, παραμένει σημαντική, καθώς αποτυπώνει την πορεία μιας ηθοποιού που υπηρέτησε με συνέπεια το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, αφήνοντας πίσω της εικόνες, ρόλους και ερμηνείες που εξακολουθούν να ξεχωρίζουν.
Πηγή