Η γυναικοκτονία της Ανθής Λινάρδου έχει προκαλέσει κύμα σοκ και οργής στην Κοζάνη, αναδεικνύοντας τη δραματική πραγματικότητα της βίας κατά των γυναικών. Η υπόθεση, που εκτυλίσσεται στο Βελβεντό, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις κοινωνικές παθογένειες και την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις. Ο τρόπος που διαχειρίστηκε η οικογέν
Την σκότωσε και την έβαλε στο χωράφι: Συγκλονισμένη η Κοζάνη από την γυναικοκτονία της Ανθής Λινάρδου
Η υπόθεση της Ανθής Λινάρδου εξακολουθεί, ακόμη και σήμερα, να αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές εγκληματικές ιστορίες που έχουν καταγραφεί στο Βελβεντό Κοζάνης.
Τον Ιανουάριο του 2016, η είδηση της εξαφάνισης της 37χρονης μητέρας τριών παιδιών προκάλεσε αναστάτωση στην τοπική κοινωνία. Όσα αποκαλύφθηκαν τις επόμενες ημέρες, όμως, έμελλε να σοκάρουν ολόκληρη την Ελλάδα.
Η Ανθή Λινάρδου δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, Τάσο Τσιουχάρα, ο οποίος στη συνέχεια μετέφερε και έθαψε τη σορό της σε χωράφι της οικογένειας. Ο ίδιος καταδικάστηκε ομόφωνα σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και σε φυλάκιση ενός έτους για περιύβριση νεκρού.
Η εξαφάνιση της Ανθής και η αρχή της τραγωδίας
Όλα ξεκίνησαν το Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016. Η Ανθή Λινάρδου, μητέρα τριών παιδιών, φέρεται να είχε έντονες διαφωνίες με τον σύζυγό της και, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο ίδιος αργότερα, είχε εκφράσει την επιθυμία να χωρίσουν και να φύγει από το Βελβεντό μαζί με τα παιδιά τους.
Στην κατάθεσή του, ο Τάσος Τσιουχάρας είχε περιγράψει ότι εκείνο το βράδυ βρισκόταν στο σπίτι μαζί με τη σύζυγό του και τα τρία παιδιά τους. Αφού η Ανθή έβαλε τα παιδιά για ύπνο, εκείνος τη ρώτησε αν ήθελε να φάει κρέπα και προσφέρθηκε να πάει να της αγοράσει.
Όταν επέστρεψε, η Ανθή έφαγε την κρέπα και στη συνέχεια εκείνος πήγε στην κρεβατοκάμαρα, όπου βρισκόταν μόνη της. Γύρω στις 10 το βράδυ, όπως είχε καταθέσει, κάθισε μαζί της προκειμένου να συζητήσουν.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, η συζήτηση αφορούσε την απόφαση της Ανθής να χωρίσουν και να πάρει τα παιδιά τους, προκειμένου να εγκατασταθεί σε άλλο μέρος και να βρει δουλειά.
Λίγο αργότερα, περίπου στις 22:20, ο Τσιουχάρας άρχισε να επικοινωνεί με γνωστούς και φίλους, υποστηρίζοντας ότι η σύζυγός του είχε εξαφανιστεί.
Αρχικά συμμετείχε μάλιστα στις έρευνες για τον εντοπισμό της, γεγονός που έκανε την υπόθεση ακόμη πιο δύσκολη για τις Αρχές.
Το χωράφι και η αποκάλυψη της φρικτής αλήθειας
Η έρευνα, ωστόσο, οδήγησε τελικά τους αστυνομικούς στο χωράφι της οικογένειας.
Εκεί, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την έρευνα και την ομολογία του, ο Τσιουχάρας είχε μεταφέρει και θάψει τη σορό της συζύγου του.
Ο ίδιος είχε περιγράψει πως πήρε το τρακτέρ του, έδεσε το φρεζάκι και πήγε στο χωράφι όπου είχε θάψει την Ανθή. Σκοπός του, όπως είχε αναφέρει, ήταν να φρεζάρει το έδαφος ώστε να φαίνεται ολόκληρη η έκταση σκαμμένη και να μην ξεχωρίζει το σημείο της ταφής.
Η σορός της Ανθής εντοπίστηκε τελικά θαμμένη στο χωράφι, τυλιγμένη σε σεντόνια, αποκαλύπτοντας το τραγικό τέλος της εξαφάνισής της.
Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις έδειξαν ότι ο θάνατος της 37χρονης προήλθε από ασφυξία, ενώ είχαν καταγραφεί και άλλα τραύματα.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο Τάσος Τσιουχάρας παραδέχθηκε την πράξη του. Στην απολογία του επιχείρησε να αποδώσει το έγκλημα σε έντονη ψυχική φόρτιση, υποστηρίζοντας ότι είχε βγει εκτός εαυτού κατά τη διάρκεια του καβγά.
Όπως είχε περιγράψει, την έπιασε από τον λαιμό, ενώ εκείνη προσπαθούσε να αντιδράσει και να αμυνθεί. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι, επειδή φοβόταν μήπως ξυπνήσουν τα παιδιά που κοιμόντουσαν στο διπλανό δωμάτιο, της έκλεισε το στόμα και συνέχισε να τη χτυπά και να της σφίγγει τον λαιμό.
Η υπεράσπισή του είχε υποστηρίξει τότε ότι το έγκλημα έγινε «εν βρασμώ ψυχικής ορμής», ενώ ο ίδιος είχε αναφερθεί στην απολογία του σε μία ακραία στιγμή έντασης.

Η καταδίκη και τα τρία παιδιά που έμειναν πίσω
Η υπόθεση έφτασε στις δικαστικές αίθουσες τον Σεπτέμβριο του 2016. Η δίκη πραγματοποιήθηκε στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καστοριάς, υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, το δικαστήριο κήρυξε ομόφωνα ένοχο τον Τάσο Τσιουχάρα για ανθρωποκτονία από πρόθεση και για περιύβριση νεκρού, ενώ τον αθώωσε για την κατηγορία της οπλοκατοχής.
Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν ισόβια κάθειρξη για την ανθρωποκτονία και ένα έτος φυλάκισης για την περιύβριση νεκρού.
Η υπόθεση άφησε πίσω της τρία παιδιά, τα οποία βρέθηκαν να μεγαλώνουν χωρίς τη μητέρα τους, ενώ η τραγωδία σημάδεψε βαθιά την οικογένεια και την κοινωνία του Βελβεντού.
Η δολοφονία της Ανθής Λινάρδου παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις υποθέσεις που έχουν χαραχθεί στη μνήμη της Κοζάνης. Μια οικογενειακή τραγωδία που ξεκίνησε ως αναζήτηση μιας γυναίκας που είχε εξαφανιστεί και κατέληξε στην αποκάλυψη ενός εγκλήματος που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα.
Πηγή