ΕΚΤΑΚΤΟ ΤΩΡΑ για τις ελληνικές τράπεζες: Μόλις ανακοινώθηκε – Αυτό είναι το σενάριο που προκαλεί ανησυχία

October 2, 2026

Ανησυχία προκαλεί η πρόσφατη έκθεση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P, η οποία αναδεικνύει τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Παρά τις βελτιώσεις που έχουν σημειωθεί, οι τράπεζες παραμένουν εκτεθειμένες σε υψηλά πιστωτικά ρίσκα, με επικίνδυνες συνέπειες σε περίπτωση κατάρρευσης μεγάλων επιχειρήσεων. Η ανάλυση αυτή


ΕΚΤΑΚΤΟ ΤΩΡΑ για τις ελληνικές τράπεζες: Μόλις ανακοινώθηκε – Αυτό είναι το σενάριο που προκαλεί ανησυχία


Διαφ.

Τον κίνδυνο υψηλής συγκέντρωσης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα αναδεικνύει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P (Standard & Poor’s), ο οποίος στην τελευταία ανάλυσή του εξετάζει μια σειρά από πιθανά δυσμενή σενάρια για τον τραπεζικό κλάδο.

Παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν βελτιώσει σημαντικά τη θέση τους τα τελευταία χρόνια, η έκθεση σε υψηλά πιστωτικά ρίσκα παραμένει σημαντική. Σύμφωνα με την ανάλυση, η ταυτόχρονη κατάρρευση μόλις τριών μεγάλων επιχειρήσεων θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες παραδοχές, να δημιουργήσει ένα κενό περίπου 4 δισ. ευρώ.

Διαφ.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών και να προκαλέσει έντονη συστημική αβεβαιότητα.

Όπως επισημαίνει η S&P, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αφιερώσει αρκετά χρόνια στην αναδιάρθρωση και ανασυγκρότηση των ισολογισμών τους, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση που έφερε το τραπεζικό σύστημα της χώρας στα όριά του. Η νέα ανάλυση εξετάζει τι θα μπορούσε, υπό ακραίες συνθήκες, να δημιουργήσει εκ νέου σημαντικές πιέσεις.

Διαφ.

Τα τρία σενάρια που εξετάζει η S&P

Ο οίκος αξιολόγησης επεξεργάζεται τρία διαφορετικά πιθανά σενάρια κρίσης για τις ελληνικές τράπεζες.

Το πρώτο αφορά ταυτόχρονες αθετήσεις υποχρεώσεων από αρκετούς μεγάλους εταιρικούς δανειολήπτες.

Το δεύτερο προβλέπει ύφεση στους κλάδους της ναυτιλίας, του τουρισμού και της ενέργειας, τρεις τομείς στους οποίους οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση.

Το τρίτο σενάριο αφορά μια απότομη ανατιμολόγηση του εταιρικού χρέους, καθώς δάνεια που είχαν συναφθεί με χαμηλά επιτόκια θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν με υψηλότερο κόστος.

Η S&P διευκρινίζει ότι κανένα από τα παραπάνω σενάρια δεν αποτελεί το βασικό της σενάριο για την ελληνική οικονομία ή τις τράπεζες. Η συνολική αξιολόγηση του ελληνικού τραπεζικού κλάδου παραμένει θετική.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη ανάλυση φέρνει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς: την υψηλή συγκέντρωση των τραπεζικών δανείων σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων.

Οι 20 μεγαλύτεροι δανειολήπτες και η «τρύπα» των 4 δισ. ευρώ

Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας συχνά έχουν κοινές ή παράλληλες εκθέσεις απέναντι στις ίδιες μεγάλες επιχειρήσεις.

Οι 20 μεγαλύτεροι δανειολήπτες αντιπροσωπεύουν μεταξύ 12% και 18% των ακαθάριστων δανείων των τραπεζών, ποσοστό που, σύμφωνα με την ανάλυση της S&P, αποτελεί την υψηλότερη συγκέντρωση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανάλυση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το φαινόμενο της συγκέντρωσης σε περιορισμένο αριθμό πελατών έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του.

Η S&P εκτιμά ότι εάν τρεις μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται μεταξύ των 10 μεγαλύτερων δανειοληπτών των τραπεζών, αθετούσαν ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις τους, οι δείκτες κεφαλαίου CET1 θα μπορούσαν να υποχωρήσουν κατά 1,5 έως 2,3 ποσοστιαίες μονάδες.

Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην υπόθεση απωλειών 45% επί των εκθέσεων μετά τον μετριασμό του πιστωτικού κινδύνου.

Εάν εφαρμοστεί η αυστηρότερη υπόθεση για απώλειες 60%, η πτώση των δεικτών θα μπορούσε να φτάσει τις 2,0 έως 3,1 ποσοστιαίες μονάδες. Το μέγεθος των απωλειών σε αυτή την περίπτωση αντιστοιχεί σε περίπου 4 δισ. ευρώ ή 4,7 δισ. δολάρια για το σύνολο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Ακόμη πιο έντονη θα μπορούσε να είναι η επίδραση σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων από τους τρεις μεγαλύτερους δανειολήπτες, καθώς σύμφωνα με τη S&P θα μπορούσαν να εξαλειφθούν έως και τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες κεφαλαίου CET1 σε μεμονωμένες τράπεζες.

Παρά το μέγεθος των πιθανών απωλειών, η S&P εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να τις απορροφήσουν, καθώς τα κεφαλαιακά τους αποθέματα πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις πλησιάζουν τις 10 ποσοστιαίες μονάδες.

Ναυτιλία, τουρισμός και ενέργεια στο επίκεντρο

Ένας επιπλέον παράγοντας κινδύνου είναι η συγκέντρωση των τραπεζικών δανείων σε συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους.

Η ναυτιλία, ο τουρισμός και η ενέργεια αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% των εταιρικών δανείων στις ελληνικές τράπεζες. Το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται περίπου στο 17%.

Η συγκεκριμένη κατανομή σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες σε μεταβολές που αφορούν τις παγκόσμιες ναύλες, τις τουριστικές αφίξεις και τις τιμές της ενέργειας.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, έχουν μικρότερη έκθεση στον κλάδο των ακινήτων σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.

Η S&P εξετάζει και ένα ιδιαίτερα δυσμενές σενάριο, στο οποίο σημειώνεται σοβαρή ύφεση και στους τρεις συγκεκριμένους κλάδους. Με την παραδοχή ότι το 25% των σχετικών δανείων θα καταστεί μη εξυπηρετούμενο και ότι οι απώλειες θα ανέλθουν στο 50%, το κόστος για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 4,8 δισ. ευρώ.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δείκτες CET1 θα μπορούσαν να υποχωρήσουν κατά 2,4 έως 3,6 ποσοστιαίες μονάδες.

Η εικόνα των ελληνικών τραπεζών σήμερα

Παρά τους κινδύνους που αναδεικνύει η S&P, η σημερινή εικόνα των ελληνικών τραπεζών διαφέρει σημαντικά από εκείνη της περιόδου που προηγήθηκε και ακολούθησε την ελληνική κρίση χρέους.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί δραστικά, η κερδοφορία των τραπεζών έχει ανακάμψει, ενώ οι μεγαλύτεροι δανειστές της χώρας έχουν ανακτήσει αξιολογήσεις επενδυτικής βαθμίδας.

Παράλληλα, σύμφωνα με τη S&P, έχει βελτιωθεί και η κατάσταση των ελληνικών επιχειρήσεων.

Μόλις το 8,8% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει κάλυψη τόκων κάτω από 1, έναντι 24% στην Ισπανία.

Επιπλέον, η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική χώρα όπου ο δείκτης κάλυψης των τόκων από τα EBIT για τους 100 μεγαλύτερους εταιρικούς δανειολήπτες βελτιώθηκε κατά την περίοδο 2018-2025.

Ο συγκεκριμένος δείκτης αυξήθηκε από 2,5x σε 3,5x, ενώ την ίδια περίοδο επιδεινώθηκε στην Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ουγγαρία και την Πολωνία.

Τέλος, η Ελλάδα είναι επίσης η μοναδική χώρα μεταξύ των συγκρίσιμων χωρών όπου το μέσο κόστος δανεισμού μειώθηκε, από 5,0% σε 4,3%, παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επέστρεψαν σε πιο κανονικά επίπεδα.


Πηγή