Η υπόθεση του Βασίλη Λυμπέρη, που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία, παραμένει ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα στην ιστορία της χώρας. Ο Λυμπέρης, ο οποίος εκτελέστηκε το 1972, καταδικάστηκε για τη δολοφονία της οικογένειάς του με φρικτό τρόπο, όταν έβαλε φωτιά στο σπίτι τους. Η τραγική αυτή ιστορία αναδεικνύει τις σκοτεινές πτυχ
Bασίλης Λυμπέρης: Έκαψε την οικογένειά του ζωντανή – Το έγκλημα που τον έστειλε στο τελευταίο εκτελεστικό απόσπασμα
Ο Βασίλης Λυμπέρης έμεινε στην ιστορία ως ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα. Στις 25 Αυγούστου 1972 οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχοντας καταδικαστεί για τη δολοφονία της εν διαστάσει συζύγου του, της πεθεράς του και των δύο μικρών παιδιών του.
Η τραγωδία είχε σημειωθεί τα ξημερώματα της 5ης Ιανουαρίου 1972, όταν το σπίτι της οικογένειας στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου τυλίχθηκε στις φλόγες. Μέσα βρίσκονταν η Βασιλική Λυμπέρη, η μητέρα της Αντιγόνη Μάρκου και τα δύο παιδιά της οικογένειας, η Παναγιώτα, δυόμισι ετών, και ο Γιώργος, ο οποίος δεν είχε ακόμη συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Μάλιστα, το μικρό αγόρι επρόκειτο να γιορτάσει τα πρώτα του γενέθλια την επόμενη ημέρα.
Η γνωριμία με τη Βασιλική και ο γάμος
Ο Βασίλης Λυμπέρης, ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, γνώρισε τη Βασιλική Μάρκου το 1967 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών. Οι πατέρες τους νοσηλεύονταν στον ίδιο θάλαμο και, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων, οι δύο νέοι γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν.
Ο αρραβώνας τους έγινε τον Αύγουστο του 1967 και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς παντρεύτηκαν. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Βασιλικής στο Χαλάνδρι και απέκτησε δύο παιδιά.

Ωστόσο, η οικογενειακή ζωή δεν εξελίχθηκε όπως είχαν αρχικά φανταστεί. Οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες έγιναν ολοένα και πιο έντονες, ενώ η σχέση του Λυμπέρη με την πεθερά του ήταν ιδιαίτερα κακή.
Ο ίδιος εγκατέλειψε τελικά την οικογενειακή κατοικία και μετακόμισε στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με μαρτυρίες που καταγράφηκαν αργότερα, συγγενείς και γνωστοί τον κατηγορούσαν για κακή συμπεριφορά απέναντι στη σύζυγό του, αλλά και για οικονομικές σπατάλες.
Η διάλυση της οικογένειας
Η κατάσταση ανάμεσα στο ζευγάρι επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο και ο γάμος οδηγήθηκε ουσιαστικά στη διάλυση.
Ο Λυμπέρης, από την πλευρά του, υποστήριζε ότι η Βασιλική δεν ήταν καλή νοικοκυρά, ότι οι δυο τους δεν ταίριαζαν και ότι η πεθερά του παρενέβαινε στη σχέση τους.
Παράλληλα, είχε δημιουργήσει εξωσυζυγική σχέση με τη Μαρία Γκίκα, γεγονός που έγινε γνωστό στη σύζυγό του. Αρχικά φέρεται να υποστήριζε ότι ήθελε να παντρευτεί την άλλη γυναίκα, όμως στη συνέχεια ζήτησε από τη Βασιλική να τον συγχωρέσει.
Το νοσηρό σχέδιο
Στα τέλη του 1971 ο Λυμπέρης άρχισε να οργανώνει το σχέδιό του. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν τρεις νεαροί, ο Παύλος Αγγελόπουλος, ο Θεόδωρος Καπρέτσος και ο Αθανάσιος Σταμάτης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο Λυμπέρης είχε εκφράσει την πρόθεσή του να κάψει το σπίτι όπου έμενε η οικογένειά του. Οι τρεις συνεργοί του είχαν διαφορετικούς ρόλους στην εγκληματική ενέργεια.
Τη νύχτα της επίθεσης, ο Λυμπέρης και ο Παύλος Αγγελόπουλος μπήκαν στο σπίτι, ενώ ο Θεόδωρος Καπρέτσος παρέμεινε έξω. Χρησιμοποίησαν βενζίνη και έβαλαν φωτιά στους χώρους όπου κοιμόταν η οικογένεια.
Η προσπάθεια της Βασιλικής να σωθεί
Η Βασιλική ξύπνησε και προσπάθησε να αντιδράσει όταν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. Ωστόσο, δεν κατάφερε να διαφύγει από το φλεγόμενο σπίτι.
Οι δράστες εγκατέλειψαν την κατοικία, αφήνοντας πίσω τους τη φωτιά. Η μητέρα της Βασιλικής και τα δύο παιδιά δεν κατάφεραν να επιζήσουν.
Η ίδια η Βασιλική ανασύρθηκε ζωντανή, αλλά με εξαιρετικά σοβαρά εγκαύματα.

Η αποκάλυψη πριν από τον θάνατο της Βασιλικής
Λίγο μετά τις πέντε τα ξημερώματα, ο Αντώνης Στρογγυλούδης, σύζυγος της αδελφής της Βασιλικής, περνούσε από την περιοχή πηγαίνοντας στη δουλειά του. Όταν αντιλήφθηκε τον καπνό, έσπευσε στο σπίτι για να βοηθήσει.
Εκεί εντόπισε τη Βασιλική βαριά τραυματισμένη και, μαζί με γείτονες, τη μετέφερε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Παρά την κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, η Βασιλική πρόλαβε να αποκαλύψει στη θεία της, τη μοναχή Φιλοθέη, ότι πίσω από την πυρκαγιά βρισκόταν ο σύζυγός της.
Η μαρτυρία της έδωσε στις Αρχές σημαντική κατεύθυνση για την έρευνα. Λίγο αργότερα, όμως, η ίδια υπέκυψε στα τραύματά της.
Η προσπάθεια του Λυμπέρη να παραπλανήσει τις Αρχές
Αρχικά ο Λυμπέρης προσπάθησε να εμφανιστεί ως ανυποψίαστος για την τραγωδία.
Μάλιστα, για τα εγκαύματα που είχε υποστεί, υποστήριξε ότι είχε καεί ενώ ετοίμαζε καφέ. Ωστόσο, οι αποκαλύψεις της Βασιλικής και η ανάκριση των εμπλεκομένων ανέτρεψαν τους ισχυρισμούς του.
Τελικά, ο Λυμπέρης ομολόγησε την πράξη του.
Η καταδίκη «τετράκις εις θάνατον»
Η υπόθεση οδηγήθηκε στο δικαστήριο τον Μάιο του 1972. Ο Βασίλης Λυμπέρης καταδικάστηκε σε θάνατο τέσσερις φορές, μία για κάθε θύμα.
Την ίδια ποινή επιβλήθηκε και στον Παύλο Αγγελόπουλο, ενώ οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι καταδικάστηκαν σε διαφορετικές ποινές, ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής τους.
Ο Αγγελόπουλος, ωστόσο, δεν εκτελέστηκε. Η εκτέλεση της ποινής του ανεστάλη λόγω του νεαρού της ηλικίας του και στη συνέχεια η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Αντίθετα, η αίτηση χάριτος του Λυμπέρη απορρίφθηκε και ο ίδιος μεταφέρθηκε στις φυλακές Αλικαρνασσού στην Κρήτη.
Η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στην Ελλάδα
Τα ξημερώματα της 25ης Αυγούστου 1972, ο 27χρονος τότε Βασίλης Λυμπέρης οδηγήθηκε στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, στην περιοχή Δύο Αοράκια του Ηρακλείου.
Εκεί εκτελέστηκε από στρατιωτικό απόσπασμα. Η εκτέλεσή του ήταν η τελευταία που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα.
Η θανατική ποινή καταργήθηκε τυπικά στην Ελλάδα το 1993, ωστόσο μετά την εκτέλεση του Λυμπέρη το 1972 δεν πραγματοποιήθηκε άλλη εκτέλεση θανατοποινίτη στη χώρα.
Η υπόθεση του Βασίλη Λυμπέρη έμεινε έτσι συνδεδεμένη με δύο διαφορετικές ιστορικές διαστάσεις: από τη μία, με ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία και, από την άλλη, με την τελευταία εφαρμογή της θανατικής ποινής στην Ελλάδα.
Πίσω, όμως, από αυτή την ιστορική αναφορά παραμένουν τα τέσσερα θύματα της οικογενειακής τραγωδίας: η Βασιλική, η Αντιγόνη, η Παναγιώτα και ο μικρός Γιώργος.
Πηγή