Σημαντική πολιτική αναστάτωση προκύπτει από τις τελευταίες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αμφισβήτησε τη δυνατότητα του Βολοντίμιρ Ζελένσκι να ηγηθεί της Ουκρανίας σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία. Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε πως η χώρα χρειάζεται νέο ηγέτη για να επιτευχθεί μια ειρηνική λύση στον πόλεμο, εκφράζοντας παρά
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΣΟΚ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΕΛΕΝΣΚΙ
Σε ευθεία αμφισβήτηση της ηγεσίας του Βολοντίμιρ Ζελένσκι προχώρησε ο Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η Ουκρανία χρειάζεται νέο πρόεδρο, ο οποίος θα μπορούσε να καταλήξει σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του για τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της Ουάσινγκτον να σταματήσουν.
Η δήλωση Τραμπ για τον Ζελένσκι
Ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά του Ουκρανού προέδρου, υποστηρίζοντας ότι έχει χάσει πολλές ευκαιρίες για να πετύχει μια συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει στο τέλος της πολεμικής σύγκρουσης.
«Προτείνω να βρουν νέο ηγέτη, που να μπορεί να κάνει μια συμφωνία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου.
Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι ο πόλεμος δεν θα είχε ξεκινήσει εάν ο ίδιος βρισκόταν στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ απέδωσε την έναρξή του σε ανικανότητα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ουκρανία έχει χάσει περισσότερο από το 30% των εδαφών της και ότι έχουν σκοτωθεί πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι.
Ο Τραμπ πρόσθεσε ότι ο Ζελένσκι θα μπορούσε να έχει βάλει τέλος στον πόλεμο σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά επέλεξε να μην το κάνει. Επανέλαβε, επίσης, τον ισχυρισμό του ότι, εάν οι εκλογές στις ΗΠΑ δεν είχαν νοθευτεί, θα είχε παραμείνει πρόεδρος και ο πόλεμος δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ.
Η δυσαρέσκεια για τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε ο Αμερικανός πρόεδρος απέναντι στις ουκρανικές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις πετρελαίου στη Ρωσία. Όπως ανέφερε, η Ουάσινγκτον είχε ζητήσει από το Κίεβο να μην πλήττει τα διυλιστήρια, καθώς θεωρεί ότι οι επιθέσεις προκαλούν προβλήματα στην παγκόσμια αγορά και συμβάλλουν στην αύξηση των τιμών των καυσίμων.
«Του είπαμε: “Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στη Ρωσία. Μην χτυπάς όμως τα διυλιστήρια, γιατί αυτό δημιουργεί πρόβλημα σε ολόκληρο τον κόσμο”», ανέφερε ο Τραμπ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι συγκεκριμένες επιθέσεις δημιουργούν προβλήματα στους Αμερικανούς αγρότες και κτηνοτρόφους, καθώς και στην αγορά του ντίζελ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποστήριξε ότι η Ρωσία προμηθεύει σημαντικές ποσότητες του συγκεκριμένου καυσίμου στη διεθνή αγορά και ότι υπάρχει ήδη μεγάλη έλλειψη.
«Και τους είπαμε: “Κάντε ό,τι θέλετε, αλλά μην χτυπάτε τις εγκαταστάσεις παραγωγής ντίζελ, γιατί υπάρχει μεγάλο πρόβλημα, μεγάλη έλλειψη”. Και τι κάνει εκείνος; Πηγαίνει και χτυπά τις εγκαταστάσεις παραγωγής ντίζελ», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Οι δηλώσεις του Τραμπ ακολούθησαν δημοσίευμα του Axios, σύμφωνα με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση είχε ζητήσει από την Ουκρανία να σταματήσει μονομερώς τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια. Αμερικανός αξιωματούχος, με γνώση της υπόθεσης, φέρεται να ανέφερε ότι η Ουάσινγκτον θεωρεί πως τα πλήγματα αυτά συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών της βενζίνης για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Η πρόταση Ζελένσκι για αμοιβαία παύση των επιθέσεων
Από την πλευρά του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε προτείνει στον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και στους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, μια συμφωνία αμοιβαίας αποκλιμάκωσης των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Συγκεκριμένα, ο Ουκρανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι το Κίεβο ήταν διατεθειμένο να σταματήσει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια, υπό την προϋπόθεση ότι η Μόσχα θα διέκοπτε τις επιθέσεις εναντίον ουκρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, ο Τραμπ δεν αποδέχθηκε την πρόταση. Η αμερικανική πλευρά δεν θεωρούσε ισοδύναμες τις δύο κατηγορίες επιθέσεων και ζητούσε από την Ουκρανία να σταματήσει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια χωρίς να συνδέεται η απόφαση με αντίστοιχη δέσμευση της Ρωσίας.
Η αντίδραση Ζελένσκι στη συμφωνία ΗΠΑ – Ρωσίας για το ντίζελ
Η αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσινγκτον και Κιέβου εντάθηκε μετά τη συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας για το ντίζελ, η οποία προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Ουκρανού προέδρου.
Ο Ζελένσκι εξέφρασε την ανησυχία ότι η δυνατότητα της Ρωσίας να διαθέτει πετρελαϊκά προϊόντα στην αμερικανική αγορά θα ενισχύσει τα οικονομικά της έσοδα, δίνοντας στη Μόσχα πρόσθετους πόρους για τη συνέχιση του πολέμου.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο πρόεδρος της Ουκρανίας άσκησε κριτική στην απόφαση της Ουάσινγκτον, προειδοποιώντας ότι η χαλάρωση των περιορισμών προς τη Ρωσία δεν πρόκειται να συμβάλει στην ειρήνη.
«Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη ούτε κάποιο όφελος στον πολιτισμένο κόσμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, υποστήριξε ότι η Ρωσία θα ανταποδώσει τη δυνατότητα πώλησης ντίζελ με περισσότερη βία και δόλο, ενώ χαρακτήρισε την απόφαση επένδυση σε έναν πόλεμο που θα πρέπει να τερματιστεί και όχι να παραταθεί.
«Αυτό που χρειάζεται είναι πραγματική αποκλιμάκωση με τη Ρωσία, σε αμοιβαία βάση», τόνισε ο Ζελένσκι.
«Αδύναμη απόφαση ισχυρών εταίρων»
Ο Ουκρανός πρόεδρος επανήλθε στο ζήτημα και σε δηλώσεις του προς δημοσιογράφους, εκφράζοντας την ανησυχία ότι η συμφωνία για το ντίζελ θα εξασφαλίσει πρόσθετα έσοδα στη Ρωσία, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεών της.
Κατά τον Ζελένσκι, οι συνέπειες της συμφωνίας δεν περιορίζονται στην οικονομία και στην αγορά ενέργειας, αλλά ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά και τις διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τη συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας για το ντίζελ «αδύναμη απόφαση» ισχυρών εταίρων, επιμένοντας ότι απαιτούνται ουσιαστικές κινήσεις αποκλιμάκωσης και όχι αποφάσεις που, όπως υποστηρίζει, ενισχύουν τη ρωσική πλευρά.
Η δημόσια αντιπαράθεση των δύο προέδρων αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους σχετικά με τον τρόπο τερματισμού του πολέμου, αλλά και τις εντάσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας.
Πηγή