Το λάθος που κάνουν όλοι: Μπορώ να κοινωνήσω το βράδυ της Ανάστασης, χωρίς να νηστεία και εξομολόγηση;

May 2, 2024

Το λάθος που κάνουν όλοι: Μπορώ να κοινωνήσω το βράδυ της Ανάστασης, χωρίς να νηστεία και εξομολόγηση;


Διαφ.

Πολλοί από τους εν Χριστώ αδελφούς, εκφράζουν την πεποίθησή ότι μπορούν να συμμετάσχουν στην Θεία Κοινωνία το βράδυ της Ανάστασης χωρίς προηγούμενη νηστεία και εξομολόγηση. Αυτή η παρερμηνεία προέρχεται από την παρανόηση του κατηχητικού λόγου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος αναφέρεται κατά την Αναστάσιμη Λειτουργία.

Δείτε τον λόγο του Αγίου:

«Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.»

Όποιος είναι ευσεβής και αγαπά τον Θεό «εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας», διότι έτσι εννοείται η αγάπη, ας απολαύσει την ωραία και λαμπρή αυτή εορτή του Πάσχα.

«Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου.»

Όποιος δούλος, όποιος χριστιανός και μάλιστα αυτός που έχει συναίσθηση, της αμαρτωλότητάς του, έχει αγαθές διαθέσεις, ας εισέλθει γεμάτος από χαρά στην ευφροσύνη του Θεϊκού Δείπνου που χαρίζει ο Αναστάς Κύριός του.

«Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.»

Όποιος καταπονήθηκε από την νηστεία, και καλώς έπραξε, ας απολαύσει τώρα την αμοιβή του, που δεν είναι άλλη, από τον παρατιθέμενο ουράνιο αυτό Μυστικό Δείπνο, της θείας και ιεράς Κοινωνίας.

«Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.»

Πρώτη ώρα είναι η έκτη πρωινή κατά την Βυζαντινήν ώρα. Όποιος, λοιπόν, από την έκτη πρωινή ώρα, δηλαδή από την αρχή της ζωής του, υπηρέτησε τον Κύριο, τον Χριστό, ως πιστός δούλος του, ας δεχτεί σήμερα, την αμοιβή, την ουράνια αμοιβή που δίκαία του ανήκει.

«Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἧλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.»

Όποιος προσήλθε στην πίστη, στην μετάνοια, μετά την ενάτη πρωινή ώρα, δηλαδή κατά την νεανική του ηλικία, ας συμμετάσχει και αυτός με προθυμία στην κοσμοσωτήρια αυτή εορτή της Αναστάσεως.

«Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω· καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται.»

Όποιος προσήλθε στην πίστη μετά την δωδεκάτη μεσημβρινή ώρα, δηλαδή στην ώριμη πλέον ηλικία, στα σαράντα και στα πενήντα του, ας μην έχει καμιά αμφιβολία. Θα τον δεχτεί ο Χριστός. Και δεχόμενος και αποδεχόμενος από τον Χριστό, δεν πρόκειται να υποστεί τιμωρία. Αντίθετα μάλιστα θα αμειφθεί.

«Εἰ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων.»

Όποιος καθυστέρησε και προσήλθε στην πίστη, λέει, κατά την τρίτη απογευματινή ώρα, δηλαδή στα γηρατειά του, ας πλησιάσει και αυτός τον Χριστό, χωρίς κανέναν δισταγμό και φόβο. Και αυτός θα αμειφθεί. Και αυτός θα συμμετάσχει στην πλούσια τράπεζα που δωρεάν παρέχεται. Και την εδώ τράπεζα, την επί γης τράπεζα, του Μυστικού Δείπνου αλλά και την τράπεζα της Βασιλείας των Ουρανών, τον Παράδεισο. Γι’ αυτό να επιμένουμε όπως οι γέροντες πατέρες μας, και γριούλες μητέρες μας να μετανοήσουν, να τους το λέμε καθαρά, έρχεται μαμά, μπαμπά, παππού, γιαγιά, ο θάνατος, είναι καιρός, μπορείς και τώρα να μετανοήσεις, να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις.

«Και «Εἴ τις», λέει, «εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ» και αυτός «τήν βραδύτητα».

Όποιος προσήλθε στην πίστη κατά την πέμπτη απογευματινή ώρα, δηλαδή τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, αυτό είναι, αυτό σημαίνει, ας μην φοβηθεί μη τυχόν και δεν τον δεχτεί ο Θεός επειδή εκάθευδε, θα τον δεχτεί και αυτόν ο Θεός. Είδαμε ανθρώπους την τελευταία στιγμή της ζωής των, να κοινωνούν και εν αισθήσει ψυχής, να χύνουν δάκρυα μετανοίας τα οποία έτρεχαν από τα ματάκια τους βουβά. Και αυτά τα δέχτηκε ο Θεός. Αυτά τα σφούγγισε και τα σφούγγισαν με τα μαντήλια τους οι άγιοι ουράνιοι Άγγελοι, και τα πρόσφεραν στον Πανάγιο Θεό, που έχει σπλάχνα οικτιρμών, και είναι γεμάτος αγάπη και από καλοσύνη που δεν μπορεί ανθρώπινο μυαλό να φθάσει και να πιάσει.

«Φιλόστοργος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον, καθάπερ καί τόν πρῶτον. Ἀναπαύει τόν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης.»

Διότι ο Κύριος είναι πλουσιοπάροχος στις δωρεές του και στις χάρες του. Γι’ αυτό και δέχεται τον τελευταίο με την ίδια προθυμία που δέχτηκε τον πρώτο. Θυμάστε την παραβολή εκείνη όπου ο Κύριος βγήκε έξω στην αγορά και άρχισε να μισθώνει εργάτες για τον αμπελώνα του; Μερικούς τους έχω, λέει, από το πρωί – πρωί. Και ύστερα ένας μετά τον άλλον, τους πήρα με τις ώρες που λέγει μέσα. Την τρίτη, την έκτη, την ενάτη, την ενδεκάτη. Και νόμιζε ο πρώτος, ότι επειδή σήκωσε τον καύσωνα της ημέρας, μιας ολόκληρης ζωής, δηλαδή τον αγώνα, θα λάβει περισσότερα από αυτόν που προσήλθε στην ενδεκάτη.

Δηλαδή έστω και την τελευταία στιγμή της ζωής του, όχι. Ο Παράδεισος είναι για όλους. Ο ληστής είπε, «μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου», με πλήρη συναίσθηση βέβαια, με πλήρη μετάνοια, με αναγνώριση της θεότητας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και μάλωσε και τον άλλον, τον κατσάδιασε όπως λέμε, και έγινε ο πρώτος πολίτης της Βασιλείας των Ουρανών. Ένας κακούργος, ένας φονιάς, ένας κακοποιός, ένας παλιάνθρωπος μπήκε πρώτος στην Βασιλεία των Ουρανών. Αρκεί να υπάρχει μετάνοια. Προσφέρει, λοιπόν, ανάπαυση και ειρήνη και σε κείνον που προσήλθε στα τέλη της ζωής του αλλά και σε κείνον που τον υπηρέτησε από μικρό παιδί.

«Καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει. Κἀκείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται.»

Και κείνον που προσήλθε τελευταίος, και αυτόν τον ελεεί, αλλά και εκείνον όμως που προσήλθε πρώτος τον περιποιείται, τον στεφανώνει. Και σε κείνον δίδει αλλά και στον άλλον όμως προσφέρει τις δωρεές του, τις ίδιες χαρές. Ένας είναι ο Παράδεισος.

«Καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται. Καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ.»

Και τα έργα της αρετής δέχεται, και την απλή διάθεση του ανθρώπου την αναγνωρίζει. Και την πράξη την αγαθή τιμά, αλλά και την απλή πρόθεση για έργο καλό, για έργα μετανοίας, για έργο επιστροφής στον Θεό, και αυτό το επαινεί. Και φωτίζει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να έρθει στο έργο της μετανοίας, και αυτή την πρόθεση, και αυτή την καλή διάθεση που έχει, και αυτή την καλή προαίρεση που έχει, να την κάνει πράξη στην ζωής του, έστω και την τελευταία στιγμή για να σωθεί.

«Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν· και πρῶτοι καί δεύτεροι, τόν μισθόν ἀπολαύετε.»

Επομένως, λοιπόν, όλοι σας, να εισέλθετε στην χαρά που σας χαρίζει ο Κύριός σας. Και όσοι ήλθατε πρώτοι, νέοι, ακόμα πιο νέοι, παιδιά, και όσοι προσήλθατε δεύτεροι, δηλαδή γέροντες και γριούλες, όλοι σας να πάρετε τον δίκαιο μισθό σας.

«Πλούσιοι κάι πένητες, μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε. Ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι, τήν ἡμέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον.»

Για να δούμε λίγο αυτά. Λέει, και όσοι από σας είστε πλούσιοι, έχετε μία άνεση στην ζωή σας, αλλά όμως και εκείνοι που είναι πτωχοί, και οι δυο πανηγυρίστε μεταξύ σας για την ίδια χαρά, την Ανάσταση του Κυρίου μας. Όσοι καταφέρατε και επιβληθήκατε στα πάθη σας, και τα πετάξατε, και τα μεταβάλατε, και τα μπολιάσατε, και τα κάνατε αρετές, αλλά και όσοι όμως φανήκατε λίγο αμελείς για την αρετή, σήμερα είναι καιρός να τιμήσετε την σημερινή ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, διότι αν την τιμήσεις όπως πρέπει, η επιμέλειά σου θα γίνει πνευματική και σωματική εργασία για την σωτηρία σου.

Και όσοι μπορέσατε και τηρήσατε την νηστεία κατά δύναμιν, και όσοι δεν μπορέσατε να την τηρήσετε, γιατί είχατε λόγους υγείας, και τόσοι είναι πολλοί οι λόγοι υγείας, γιατί ήσασταν ανήμποροι στα γεράματα, και για πολλούς άλλους λόγους, όλοι σας όμως πρέπει σήμερα να ευφρανθείτε. Όχι να καλοφάγομε το μεσημέρι, και να τρώτε μέχρι και την Μεγάλη Παρασκευή συκώτια και κρέατα και να έρθουμε το Μεγάλο Σάββατο, όχι… εδώ μιλάει και για την νηστεία εκείνη την συνειδητή. Μιλάει και γι’ αυτήν. Για προσέξτε λιγάκι…

«Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.»

Η τράπεζα είναι γεμάτη από τα τίμια Δώρα όπως ήταν και προηγουμένως. «Πίετε εξ αυτού πάντες», φώναξε η Εκκλησία, «πάντες». Ετοιμάζεσθε ή να ετοιμαζόμαστε, για να κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων.

«Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν.»

Ο Κύριος που θυσιάσθηκε για τις αμαρτίες μας είναι ο μόσχος. Είναι ο αμνός, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου. Είναι το εσφαγμένο αρνίο. Είναι και άνθρωπος, είναι και ανεξάντλητος. Κανείς, λοιπόν, δεν επιτρέπεται να φεύγει από τον Ναό πεινασμένος, χωρίς να χορταίνει από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου.

Να χορταίνει όμως, και αυτόν τον χορτασμό, αυτή την εσωτερική πνευματική πλησμονή να την αισθάνεται μόλις κοινωνήσει, και όταν θα βγει έξω, αυτόν τον χορτασμό να μπορεί να τον μεταδώσει και στον άλλον, και αν δεν μπορεί να τον βγάλει από το στόμα του, γιατί κυκλοφορεί πλέον, σε ολόκληρο το ψυχοσωματικό του είναι, δώστον με τον λόγο σου, δώστον με την συμπεριφορά σου, δώστον με τον τρόπο σου, δώστον με το χαμόγελό σου, δώστον τέλος πάντων με κάτι, με ό,τι έχεις και μπορείς.

«Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.»

Όλοι, λοιπόν, απολαύστε το πνευματικό συμπόσιο που γίνεται για τους πιστεύοντες Ορθοδόξους χριστιανούς και όλοι να απολαύσετε τα πλούσια δώρα τα οποία χαρίζει η αγαθότητά του.

«Μηδείς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία.»

Κανένας σας να μην θρηνεί για την φτώχεια του, την πνευματική του φτώχεια. Διότι παρουσιάστηκε εμφανώς δια της Αναστάσεως του Χριστού η Βασιλεία του Θεού, που ανήκει εξ ίσου σε όλους, αυτό μας λέγει ο άγιος Φιλόθεος. Ἄρα, λοιπόν, παρά την φτώχια μας, με τον Χριστό μέσα μας γινόμαστε πλούσιοι. Και θα γίνουμε και πάμπλουτοι στην Βασιλεία των Ουρανών, διότι θα γίνουμε κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Ιησού Χριστού.

«Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμην γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε.»

Κανένας να μην οδύρεται, κανένας να μην χτυπιέται, κανένας να μην απελπίζεται για τα πταίσματά του, για τις αμαρτίες του τις μεγάλες ή τις μικρές, διότι από τον τάφο ανέτειλε η συγγνώμη. Η συγγνώμη υπάρχει στο πετραχήλι του πνευματικού, ενώ αυτός είναι ο τάφος, να αυτός εδώ που βλέπετε, (δηλ. η Αγία Τράπεζα), αυτός είναι ο τάφος, απ’ αυτόν βγαίνει η συγγνώμη, «λελυμένος και συγκεχωρημένος, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Ἄρα, λοιπόν, κάτω απ’ αυτήν την πλάκα πρέπει να σκύψουμε όλοι μας το κεφάλι για να απολαύσουμε «εν αισθήσει ζωής», το «εκ του τάφου η συγγνώμη ανέτειλε».

«Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος.»

Ποιος θα φοβάται τον θάνατο; Έσχατος εχθρός του ανθρώπου λέει η Γραφή ο θάνατος. Λοιπόν, η Ανάσταση καταργεί και αυτόν τον θάνατο, θα τον καταργήσει και σε μας. Με την πίστη μας στον Χριστό δεν τον φοβούμεθα πλέον, τον περιμένουμε. «Εμοί το ζειν Χριστός και το αποθανείν κέρδος», λέγει ο απόστολος Παύλος. Λοιπόν, τι άλλο να πούμε; Θα περιμένουμε τον θάνατο σαν το μεγαλύτερο κέρδος της ζωής μας. Όμως μας πιάνει φόβος. Φόβος και τρόμος.

Γιατί; Γιατί είμαστε αμαρτωλοί, γιατί όταν πηγαίνουμε στον πνευματικό, δεν ξέρουμε να εξομολογούμαστε… Μόνο λέμε, μας φταίει η πεθερά μας, μας φταίει η νύφη μας, μας φταίει ο γείτονας, μας φταίει εκείνος, μας φταίει αυτός, μας φταίει ο άλλος, ποτέ δεν φταίμε εμείς. Βρε αμαρτωλοί είμαστε! Αμαρτωλοί είμαστε, αμαρτωλοί, πάρτε το είδηση. Μέχρι την τελευταία στιγμή που θα φεύγει η πνοή της ψυχής μας από το σώμα μας, θα είμαστε αμαρτωλοί και θα ζητάμε έλεος. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, χωρίς φόβο όμως για τον θάνατο.

«Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν Ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν Ἅδην.»

Ο Κύριος που κατήλθε στον Άδη, τον νίκησε πλέον. τον ελαφυραγώγησε. του πήρε όλα τα λάφυρα, όλη την εξουσία.

«Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ.»

Επίκρανε ο Κύριος τον Άδη, όταν ο Άδης γεύτηκε την θεανθρώπινη σάρκα του. Έτσι έγινε. Κι αυτό ήταν που προβλέποντάς το παλιά ο προφήτης Ησαΐας είχε βροντοφωνήσει:

«Ὁ Ἅδης, φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω».

Ο Άδης πικράθηκε όταν σε συνάντησε Χριστέ κάτω στα σκοτεινά βασίλειά του.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη. Πικράθηκε διότι καταργήθηκε,

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεπαίχθη. Πικράθηκε διότι περιγελάστηκε.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη. Πικράθηκε διότι νεκρώθηκε, θανατώθηκε.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη. Πικράθηκε διότι έχασε την εξουσία του.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη. Πικράθηκε διότι ο ίδιος έγινε πλέον δεσμώτης.

«Ἔλαβε σῶμα καί Θεῶ περιέτυχεν.»

Έλαβε σώμα ο Άδης, έλαβε σώμα θνητό, το Σώμα του Χριστού, και βρέθηκε ενώπιον του Θεού, διότι ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος απλός, αλλά ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Θεάνθρωπος Κύριος.

«Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῶ.»

Έλαβε γη ο Άδης και συνάντησε ουρανό. Έλαβε την γη, δηλαδή το σώμα, αλλά και συνάντησε όμως τον εξ ουρανού Θεό.

«Ἐλαβεν ὅπερ ἔβλεπεν καί πέπτωκεν, ὁθεν οὐκ ἔβλεπε.»

Έλαβε αυτό που έβλεπε, το γήινο σώμα δηλαδή, και κατέπεσε νικημένος εξ αιτίας της θεότητας που δεν έβλεπε.

«Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Πού σου, Ἅδη, τό νίκος;»

Πού είναι, λοιπόν, θάνατε το δηλητηριώδες κεντρί σου; Πού είναι Άδη η νίκη σου;

«Ἀνέστη Χριστός, καί σὺ καταβέβλησαι.» Αναστήθηκε ο Χριστός και συ κατανικήθηκες.

«Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες.»

Αναστήθηκε ο Χριστός και οι δαίμονες που νόμισαν ότι θριάμβευσαν με την αποστασία των Πρωτοπλάστων, όπως και θριαμβεύουν κάθε φορά που πέφτουμε εμείς στην αμαρτία, και μάλιστα τώρα στις μέρες μας με τις μεγάλες θανάσιμες αμαρτίες των εκτρώσεων, της μοιχείας της πορνείας και του ηθικού εκτροχιασμού της ομοφυλοφιλίας και δεν ξέρω πόσα άλλα, να μην τα πω με το όνομά τους, νομίζει, λοιπόν, ότι θριαμβεύει. Και όμως νικιέται από την Ανάσταση του Κυρίου!

«Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι.» Αναστήθηκε ο Χριστός και χαίρονται οι Άγγελοι.

«Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται.» Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή βασιλεύει παντού.

«Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος.» Αναστήθηκε ο Χριστός και κανένας δεν θα παραμένει μέσα στο μνήμα διότι όλοι θα αναστηθούν κατά την Δευτέρα Παρουσία του.

«Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.» Γιατί με την Ανάστασή του ο Χριστός έγινε η αρχή της Αναστάσεως όλων όσων έχουν κοιμηθεί τον ύπνο του θανάτου.

«Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.» Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία στους απέραντους αιώνες. Αμήν.


Πηγή

Διαβάστε επίσης: